Μελισσοκομικός Σύλλογος Νομού Πέλλας - Ο Μέγας Αλέξανδρος-ΠΕΝΤΑΠΛΑΤΑΝΟΣ ΤΘ 377,58100,ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ ΠΕΛΛΑΣ-Τηλ:6937 47 53 57,6977 027612E-mail: beeclubpellas@yahoo.gr - BEE CLUB PELLAS-THE GREAT ALEXANDER-YΙANNITSA PELLAS, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ-MACEDONIA- HELLAS-GREECE,- Ωράριο λειτουργίας (ΔΕΥΤΕΡΑ+ΤΕΤΑΡΤΗ 18.00μμ-20.00μμ)


Δε φτάνει ο ήλιος μονάχα, η γη σοδειά να δώσει, χρειάζονται κι άλλα πολλά, και προπαντός η γνώση… (Κωστής Παλαμάς)

Έλληνες, ο πραγματικός Έλληνας ηγέτης θα βρεθεί. Το πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή είναι να βρεθεί ο πραγματικός Έλληνας ΠΟΛΙΤΗΣ!"

"Προδότης δεν είναι μόνο αυτός που φανερώνει τα μυστικά της πατρίδος στους εχθρούς, αλλά είναι και εκείνος που ενώ κατέχει δημόσιο αξίωμα, εν γνώση του δεν προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων πάνω στους οποίους άρχει..." - Θουκυδίδης (460-398 π.Χ.)

Λένε ότι οι πραγματικοί φίλοι μπορεί να περάσουν μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να μιλήσουν ή να ειδωθούν, χωρίς ποτέ να τεθεί σε αμφιβολία η φιλία τους. Όταν βλέπονται, ενημερώνονται σαν να είχαν μιλήσει την προηγούμενη ημέρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που πέρασε ή πόσο μακρυά ήταν!

“Γίνε εσύ η αλλαγή, αν θες να αλλάξεις τον κόσμο” Μ.Γκάντι

etm-mthoney-720p από cosmosdocumentaries



Μακεδονία ~ Ένας πολιτισμός αποκαλύπτεται ~ bbc... από KRASODAD





Καιρός ...απο το toukairou.com

ΤΟ BLOG ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΕ MOZILLA FIREFOX- YOU CAN SEE BETTER THIS BLOG WITH MOZILLA FIREFOX


Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

ΜΕΛΙΤΟΓΟΝΟ ΕΝΤΟΜΟ: ΤΟ METCALFA PRUINOSA, ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΛΥΣΗ Η ΚΑΤΑΡΑ?

http://www.geotee-anmak.gr/img/ekdiloseis/andreadis.pdf     GREECE

http://www.kvh.org.nz/vdb/document/91532      NEW ZEALAND

http://ag.udel.edu/delpha/8261.pdf     ROMANIA

http://www.apimondia.com/congresses/2001/Papers/265.pdf    italy


http://www.apifranco.it/eng/tipologia_miele2.html   italy

» HONEYDEW (di Metcalfa pruinosa)
Metcalfa pruinosa is an american insect which has been recently introduced in our country. It is widespread especially in north-eastern Italy. It is used to attack many different plants that grow both spontaneous or that are cultivated and produces an abundant honeydew, collected by honeybees making it a very special honey.
Colour: very dark, almost black.
Crystallisation: usually absent.
Fragrance: of vegetables, cooked vegetables, green tomato marmalade.
Taste: decidedly less sweet and cloying of honeyes derived from nectar, slightly salty sometimes, malt, cooked vegetables, prunes, yeast.
Therapeutic properties: New impetus for the brain, memory aid, for skin reddening and reinforcement of capillaries antiseptic of the lungs and of the respiratory tract
Usage: as table honey.



http://www.americaninsects.net/h/metcalfa-pruinosa.html












Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

ALL ABOUT BEES-ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΛΙΣΣΕΣ

Συλλογή σπόρων ακακίας Ψευδακακία (Robinia pseudoacacia) για σπορά για μελισσοκομική χρήση...

Συλλογή σπόρων ακακίας Ψευδακακία (Robinia pseudoacacia) για σπορά για μελισσοκομική χρήση....






Το κοινότατο αυτό δέντρο της χώρας μας, που κανονικά δεν είναι αυτοφυές, το αποκαλούμε συχνά ακακία, αν και στην πραγματικότητα δεν ανήκει στο μεγάλο γένος της ακακίας, βρίσκεται όμως στην ίδια οικογένεια των κιυαμιδών (fabaceae), μαζί με τις ακακίες, τις μιμόζες, τα όσπρια και παρόμοια φυτά με ψυχόμορφα άνθη, πτεροειδή φύλλα και συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια στο ριζικό τους σύστημα, και λόγω ομοιότητας με τις γνήσιες ακακίες πήρε το λάθος αυτό όνομα.
Η κοινότερη ακακία που μπορεί να βρεθεί στην Ελλάδα αποκαλείται συνήθως γαζία, με επιστημονικό όνομα Acacia farnesiana, κι αυτή εισαγόμενο είδος.
Την ψευδακακία έφερε στην Ελλάδα ο Όθωνας, μαζί με όχι και τόσο ωφέλιμα δέντρα όπως η Βρωμοκαρυδιά Για καλλωπιστικούς σκοπούς.
Αν και δεν αποδείχθηκε τόσο καταστροφική, εντούτοις ορισμένοι ανησυχούν για την επέκτασή της στο ελληνικό οικοσύστημα.
Είναι τόσο ανθεκτικό είδος ώστε σήμερα μπορεί να βρεθεί άγριο σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ενώ φυτεύεται συστηματικά σε πάρκα, δενδροστοιχίες, μεγάλους κήπους και παρτέρια πόλεων, διότι αντέχει πολύ στις κακουχίες και στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Το δέντρο κατάγεται απ’τις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, από μια έκταση από την Πενσιλβάνια ως τη βόρεια Γεωργία και δυτικά ως το Αρκάνσας και την Οκλαχόμα, αλλά πλέον μπορεί να βρεθεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση της χώρας αυτής.
Πέρα από την Ευρώπη έχει εισαχθεί στην Ασία και στη Νότια Αφρική, όπου θεωρείται ανεπιθύμητο εξαιτίας της γρήγορης εξάπλωσής του.
Για Αυστραλία δε βρήκα τίποτα, αλλά αν εισαγόταν εκεί σίγουρο είναι πως θα εξαπλωνόταν γρήγορα προκαλώντας προβλήματα. Η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία έφτασε το φυτό δεν ήταν άλλη απ’αυτήν που ίδρυσε της αποικίες στην Αμερική, η Βρετανία δηλαδή, το 1636.
Στην Αμερική το δέντρο έχει το κοινό όνομα «black locust”, δηλαδή μαύρη ακρίδα, μια επινόηση των Ιησουιτών ιεραποστόλων που παρομοίαζαν το δέντρο μ’αυτό που υποτίθεται πως συντηρούσε τον Ιωάννη το Βαπτιστή στην έρημο.
Εδώ θ’αναρωτηθείτε αν τελικά έτρωγε δέντρο ή ακρίδες αυτός ο ερημίτης. Δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες γι’αυτό, μιας και ορισμένοι σχολιαστές ερμήνευσαν τις ακρίδες ως τις άκρες των βλαστών ενός δέντρου. Εάν ο Ιωάννης έτρωγε τελικά κάτι από δέντρο, αν ο ίδιος υπήρχε, πιθανότατα το δέντρο αυτό νά’ταν η χαρουπιά (Ceratonia siliqua), που ενδημεί στη Μέση Ανατολή.
Το δέντρο είναι πυκνό και ταχείας ανάπτυξης. Συνήθως φτάνει τα 25-30 μέτρα σε ύψος με μέγιστη διάμετρο κορμού τα 80 εκατοστά, αλλά γηραιά δέντρα 50 μέτρων με διάμετρο 1,6 μέτρα δεν είναι άγνωστα.
Τα ξυλώδη μέρη του φυτού είναι ανθεκτικά και δύσκαμπτα, με βαθιά αυλακωτό γκριζοκαφέ φλοιό που αποσπάται δύσκολα απ’το δέντρο. Όπως όλα τα φυλλοβόλα της οικογένειας, τα χειμερινά μάτια του συγκεκριμένου είδους είναι γυμνά και μικροσκοπικά, ανά 3-4 σε μικρές κοιλότητες του βλαστού, καλυμμένα μ’ένα λέπι από το υποτείνον φύλλο που έπεσε, χνουδωτό στο εσωτερικό. Κατά το σχηματισμό τους δε φαίνονται, διότι είναι προστατευμένα στο εσωτερικό της ελαφρώς διογκωμένης βάσης του μίσχου του φύλλου.
Η ανάπτυξη ξεκινά σχετικά αργά μέσα στην άνοιξη, εδώ στη Θεσσαλονίκη μέσα στον Απρίλιο. Αρχικά η νέα ανάπτυξη καλύπτεται με ψιλό ασιμωπό προστατευτικό χνούδι, το οποίο όμως γρήγορα πέφτει.
Οι βλαστοί αρχικά είναι ανοιχτοπράσινοι, καθώς όμως προχωρά το καλοκαίρι και σχηματίζεται το περίδερμα κατά την ξυλοποίησή τους, γίνονται κοκκινοκαφέ. Τα έντονα ανοιχτοπράσινα σύνθετα πτεροειδή φύλλα είναι διατεταγμένα εναλλάξ, μήκους 10-25 εκ. με 9-19 ωοειδή απλά και λεπτά φυλλάρια, μήκους 2-5 εκ. και πλάτους 1,5-3 εκ. Από τα παράφυλλα της βάσης του φύλλου σχηματίζονται δύο σκληρά τριγωνικά και μυτερά αγκάθια, μήκους 1-2 χιλ. ή και ανύπαρκτα στους βλαστούς της κώμης του δέντρου, αλλά ως και 2 εκ. σε έντονα αναπτυσσόμενους βλαστούς της βάσης ή νεαρών δέντρων, προφανώς για μεγαλύτερη προστασία από χορτοφάγα.
Τα αγκάθια μπορεί να παραμείνουν στο φλοιό για χρόνια, αλλά σπάζουν εύκολα. Τα άνθη εμφανίζονται μετά τα φύλλα, σε πυκνές κρεμαστές βοτρυοειδείς ταξιανθίες μήκους 8-20 εκ., και είναι επιμήκη ως και τα 2,5 εκ. με 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, πεντασέπαλο συνενωμένο κάλυκα, 10 στήμονες, εκ των οποίων οι 9 είναι συνενωμένοι κι ο ένας ελεύθερος όπως σ’άλλα μέλη της οικογένειας, και εξέχοντα στύλο.
Είναι νεκταροφόρα με γλυκό άρωμα που μυρίζει από απόσταση, ώστε να προσελκύουν διάφορους επικονιαστές.
Η ανθοφορία γίνεται στο διάστημα Μαΐου-Ιουνίου, και παρόλο που το δέντρο είναι φορτωμένο με άνθη, διαρκεί περίπου 10 ημέρες.
Εδώ στη Θεσσαλονίκη έχουμε ανθοφορία νωρίς το Μάιο, λίγο πριν τις αγγελικές (Pittosporum japonicum).
Τα περισσότερα άνθη μιας ταξιανθίας δε γονιμοποιούνται, αλλά όσα γονιμοποιούνται σχηματίζουν χέδροπες (φασολάκια) πεπλατυσμένους μήκους 5-10 εκατοστών με 4-10 σπόρους μεγέθους και σχήματος φακής, που ωριμάζουν το φθινόπωρο.
Πολλοί καρποί παραμένουν στο φυτό και για την επόμενη χρονιά, μπορεί και περισσότερο. Τα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν αργά το φθινόπωρο.
Το φυτό δημιουργεί εύκολα παραφυάδες, χάρη στις οποίες αναγεννάται γρήγορα μετά από πυρκαγιά ή υλοτόμηση.
Πέρα απ’την καλλιέργειά του ως καλλωπιστικό, το δέντρο έχει κι άλλες χρήσεις.
Τα άνθη του είναι πολύ καλή πηγή μελιού, αν και η παραγωγή δεν είναι σταθερή διότι η ποσότητα της ανθοφορίας μεταβάλλεται κάθε χρόνο.
Στη Γαλλία, όπου το δέντρο αυτό έχει εισαχθεί από παλιά, το μέλι αυτό (μέλι ακακίας) παράγεται σε μεγάλες ποσότητες. Τα άνθη επίσης τρώγονται ωμά – έχω φάει κι εγώ -, με γεύση μεταξύ ωμού ρεβυθιού, αφού ανοίκουν στην ίδια οικογένεια, και μελιού απ’το νέκταρ. Γενικά ο χυμός του φυτού έχει μυρωδιά μεταξύ χόρτου και φρέσκου οσπρίου, πιο γλυκιά στα φύλλα και πιο πικρή στους νεαρούς βλαστούς.
Το ξύλο του δέντρου είναι κιτρινωπό, πολύ σκληρό και ανθεκτικό στο σάπισμα χάρη στα φλαβονοειδή που περιέχει, και ως εκ τούτου είναι κατάλληλο για την επιπλοποιία, την κατασκευή δαπέδων, περιφράξεων, οικοδομημάτων, αλλά και θεμελιακών ή υπόγειω κατασκευών, ακόμα και σε τόπους με υγρασία, όπου μπορει να διατηρηθεί και για πάνω από 100 χρόνια στο υγρό έδαφος.
Η ψευδακακία είναι πλήρως ανανεώσιμη πηγή ξυλείας με μεγάλη αναγεννητική ικανότητα και γρήγορη ανάπτυξη που θα μπορούσε ν’αντικαταστήσει την καταστρεπτική υλοτόμηση για σκληρή ξυλεία στα τροπικά δάση.
Το ξύλο της είναι επίσης κατάλληλο για καύση, αφού σιγοκαίει δίνοντας πολλή ζέστη με λίγη φλόγα και καπνό. Πειραματικά ακόμα γίνεται η καλλιέργειά του για βιοκαύσιμο, μιας και ευδοκιμεί σε εδάφη άγονα για άλλες καλλιέργειες και αυξάνει γρήγορα σε βιομάζα.
Η καλλιέργειά του σε μεγάλη κλίμακα για ξυλεία στην Αμερική είναι δύσκολη, εξαιτίας της παρουσίας του πολύ δύσκολου στην καταπολέμηση φυσικού εχθρού του, του σκαθαριού Megacyllene robiniae, οι προνύμφες του οποίου σκάβουν μέσα στον κορμό εξασθενώντας σοβαρά το δέντρο.
Η ενήλικη φάση του εντόμου τρέφεται στα άνθη του σύνθετου γένους Solidago, σπάνιου εκτός Αμερικής, οπότε το σκαθάρι αυτό δε μπορεί να εξαπλωθεί σ’άλλες ηπείρους.
Ως ψυχανθές, στις ρίζες του φέρει ειδικές δομές, τα φυμάτια, που στεγάζουν συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια του γένους Rhizobium, τα οποία παρέχουν στο φυτό οργανικές ενώσεις του αζώτου απευθίας απ’τον ατμοσφαιρικό αέρα, έτσι το φυτό δεν εξαρτάται από αζωτούχα εδάφη για την ανάπτυξή του.
Τα πλούσια σε άζωτο έπειτα αποβληθέντα μέρη του φυτού σαπίζοντας προσφέρουν στο υπόλοιπο οικοσύστημα αυτό το πολύτιμο θρεπτικό συστατικό. Η ανθοφορία του προσελκύει διάφορα είδη επικονιαστικών εντόμων, και το πυκνό φύλλωμα προσφέρει κρυψώνα και περιοχές φωλιάσματος για διάφορα ζώα και πουλιά. Παρόλα αυτά η παρουσία του δεν είναι πάντοτε ωφέλιμη όπου εισάγεται.
Η γρήγορή του εξάπλωση μπορεί να εκτοπίσει άλλα φυτικά είδη, εκ των οποίων ορισμένα είναι πολύ σημαντικά για το εκάστοτε οικοσύστημα, και γενικώς ν’αλλοιώσει τον τοπικό χαρακτήρα του οικοσυστήματος, αν κι ακόμα οι πραγματικές του συνέπειες δεν είναι απολύτως γνωστές. Συχνά στην Ελλάδα προτείνεται ως δέντρο για αναδασώσεις, ως περισσότερο ανθεκτικό στην ξηρασία και στη φωτιά, αλλά μ’αυτόν τον τρόπο το αρχικό μεσογειακό δάσος συρρικνώνεται όλο και περισσότερο.
Τα φύλλα του φυτού προστατεύονται απ’τα έντομα με πολλά φλαβονοειδή, όπως την ακακετίνη, την απιγένίνη, τη διοσμετίνη, και τη λουτεολίνη. Οι καρποί και οι σπόροι είναι τοξικοί, με κύρια ουσία την τοξαλβουμινοροβίνη, και ως μεταβολίτη τη μη τοξική ροβινίνη, αν και οι τοξίνες απενεργοποιούνται με το μαγείρεμα,
Όπως και μ’άλλα όσπρια,
οπότε θεωρητικά οι καρποί μπορούν να καταναλωθούν. Ο φλοιός και τα φύλλα είναι επίσης τοξικά για κάποια ζώα, όπως τα άλογα. Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης ξεκινούν μια ώρα μετά την κατανάλωση στο άλογο, με ανορεξία, κατάπτωση, ακράτεια, κωλικό, αδυναμία και καρδιακή αρρυθμία. Απ’ό,τι έχω καταλάβει ψάχνοντας για διάφορα φυτικά είδη, τα άλογα δηλητηριάζονται εύκολα από πολλά φυτά. Τα κουνέλια ωστόσο, όπως έχω ψάξει, δεν επηρεάζονται απ’τα φύλλα. ,
Σε συνδυασμό όμως με διάφορα άλλα φυτά. Έχω παρατηρήσει ότι, αν και τρώνε αρκετά γρήγορα τα φυλλάρια και τα άνθη, αφήνουν τους μίσχους, τους βλαστούς, και τους καρπούς, τα οποία μάλλον περιέχουν δύσγευστες ή τοξικές ουσίες γι’αυτά.
Η περιεκτικότητα των φύλλων σε πρωτεΐνη είναι υψηλή.
Μέχρι πρόσφατα πίστευα ότι η ψευδακακία, που νόμιζα πως ανήκε στο ίδιο γένος με την ακακία εξαιτίας της παραπλανητικής κοινής ονομασίας της, είναι ενδημικό της Ελλάδας, αφού την έχω βρει σε οποιοδήποτε άγριο μέρος.
Σ τους Πύργους Κοζάνης, το δέντρο αυτό φυτρώνει παντού στις άγονες πλαγιές των ξερών ψηλότερων λόφων από πετρώδες κοκκινόχωμα, μαζί με διάφορα ετήσια και λιγότερα πολυετή ποώδη.
Σε λιγο λιγότερο απότομες τοποθεσίες, συναντάται σε ίσους αριθμούς με τη φτελιά ή καραγάτσι (Ulmus minor). Μπορεί να βρεθεί σε όλες τις ηλικίες και τα μεγέθη, και φαίνεται πλήρως ανθεκτικό στην έντονη ζέστη και ξηρασία του καλοκαιριού, αλλά και στα κρύα και τα χιόνια του χειμώνα. Λιγότερα δέντρα υπάρχουν σε υγρότερες περιοχές, όπως κοντά στο ποτάμι. Είναι τόσα πολλά, ώστε παραπλανούν κάποιον εύκολα πως πρόκειται για αυτοφυές είδος. Μπορούμε να πούμε πως έχουν ενταχθεί στο τοπικό οικοσύστημα, ή τουλάχιστον στην παρηκμασμένη και διαταραγμένη μορφή του.
Αν και το γένος Robinia σήμερα είναι, ή μάλλον μέχρι πρόσφατα ήταν, αποκλειστικά βορειοαμερικανικό, υπήρχε και στην Ευρώπη όπως μαρτυρούν απολιθώματα από το Μειόκαινο. Επειδή τα σημερινά ζώα στην Αμερική που το τρώνε είναι λίγα, αν και το φυτό φαίνεται καλά προσαρμοσμένο για εκτεταμένη βόσκηση, πιθανολογείται πως τρωγόταν συστηματικά από τους μαστόδοντες, προβοσκιδωτά ζώα παρόμοια με τα μαμούθ που εξαφανίστηκαν πριν 10.000 χρόνια από τη Β. Αμερική, πιθανότατα με τη συμβολή του ανθρώπου, οι οποίοι επίσης έσπαγαν βοσκώντας όσους καρπούς δεν είχαν ανοίξει και διέσπειραν τους σπόρους μακρύτερα, όπως κάνουν οι αφρικανικοί ελέφαντες με τις ακακίες της σαβάνας.
Απ’ό,τι φαίνεται ωστόσο σήμερα, το είδος επιβιώνει κανονικότατα και χωρίς μεταφορείς.
Ροβινία-Ροβίνια (Robinia)
Γαλλ. Robinier, Acacia η Faux Acacia, Αγγλ. Locust-Tree
Οικογένεια : Ψυχανθή ή Παπιλιονίδες (Papilionaceae)
Κοινά ονόματα : ακακία, σαλκίμι (Β.Ελλάδα), ψευδακακία
Γένος που περιλαμβάνει 20 είδη δέντρων και θάμνων φυλλοβόλων πολύ ανθεκτικών κα διακοσμητικών. Οι ροβινίες μπορούν να φτιάξουν σε ύψος 25μ και έχουν συνήθως όρθιο και λυγερό κορμό με διάμετρο 80περίπου εκατ.
Οι διακλαδώσεις πολύ μικρότερων διαστάσεων είναι συνεστραμμένες και γωνιώδεις ενώ η κόμη παρουσιάζεται ασύμμετρη και όχι πυκνή. Τα φύλλα είναι περιττόληκτα πτερωτά και αποτελούνται από 7 ως 21 μικρά ωοειδή φυλλάρια με ακέραιες παρυφές και υποκύανο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και ωχροπράσινο στην κάτω. Οι παραφυάδες και τα νεαρά δενδρύλλια είναι εφοδιασμένα με σκληρά και μυτερά αγκάθια (που στην πραγματικότητα είναι μεταμορφωμένα παράφυλλα) τα οποία όμως μπορούν να παραμείνουν για αρκετά χρόνια πάνω στο δέντρο με αποτέλεσμα να καθιστούν δύσκολη τη χρησιμοποίηση των κορμών και των κλαδιών.
Τα λουλούδια συνήθως άσπρα και πολύ αρωματικά είναι ενωμένα σε μακριούς κρεμάμενους βότρεις που ανοίγουν από τον Μαίο ως τον Ιούλιο. Είναι πολύ πλούσια σε νέκταρ γι αυτό και τα επισκέπτονται οι μέλισσες που παράγουν ένα μέλι (αρκετά καλό αν είναι αγνό) ρευστό, διάφανο και αρωματικό. Οι καρποί σχηματίζονται μετά την ανθοφορία είναι σκουρόχρωμοι, συμπιεσμένοι και δερματώδεις λοβοί μήκους 5-10 εκατ που περιέχουν 10 περίπου μικρούς, μαύρους, γυαλιστερούς σπόρους.
Εισήχθη κατά τον (Π. Γ. Γεννάδιο Λεξικόν φυτολογικόν σελίς 829), στην Ευρώπη το 1637 από τον Γάλλο Robin τότε Διευθυντή του Jardin des Plantes στο Παρίσι.
Είδη και ποικιλίες
Ροβινία η τριχωτή η χνοώδης (Robinia hispida).
Θαμνώδες είδος που είναι γνωστό και σαν ροζ ακακία που κατάγεται από τη Φλόριντα και τη Βιρτζίνια. Έχει μακριά και εύθραυστα κλαδιά σκεπασμένα μ ένα σκληρό, κοκκινωπό χνούδι. Τα φύλλα αποτελούνται από 10-15 φυλλάρια ενώ τα λουλούδια μεγάλα και ενωμένα σε μακριούς, μασχαλιαίους βότρεις έχουν φωτεινό ροζ χρώμα.
Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε τη «Γόνιμη»(Fertillis) με έντονα ροζ λουλούδια. Τη Γόνιμη- Μνημείο (Fertilis Monument) με κλαδιά σε σχήμα πυραμίδας και ροζ –λιλά λουλούδια . Τη Μεγανθή (Grandflora) με πολύ μεγάλα ροζ λουλούδια και τη Μακρόφυλλη (Macriphylla) με γρήγορη ανάπτυξη.
Ροβινία η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia).
To είδος αυτό που κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές των Η.Π.Α. έχει μια εκπληκτική διάδοση στην Ευρώπη όπου βρήκε ένα κλίμα ακόμα πιο ευνοϊκό απ’ότι στους τόπους της καταγωγής του. Προσαρμόστηκε τόσο πολύ στα κλίματα της Ευρώπης ώστε σήμερα μπορεί να το βρεί κανείς σε διάφορα μέρη ακόμα και σαν ζιζάνιο. Επίσης έχει διαδοθεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στη βόρεια Αφρική και στις εύκρατες ζώνες της Ασίας. Φτάνει σε ύψος 20-25μ και έχει όρθιο κορμό, καστανόχρωμο φλοιό με βαθιές σχισμές και αγκαθωτά κλαδιά. Τα φύλλα αποτελούνται από 17-23 ωοειδή φυλλάρια ενώ τα λουλούδια άσπρα και αρωματικά είναι ενωμένα σε βότρεις. Από το είδος αυτό προέρχονται οι ποικιλίες όπως η Μπεσονιάνα (Bessoniana) με συμπαγή σφαιρική κόμη και μικρά αγκάθια η Ντεκαισνεάνα (Decaisneana) εύρωστη με πλούσια ανθοφορία και χαριτωμένους βότρεις με ροζ λουλούδια η Μιμοζόφυλλος (Mimosaefolia) με εμφάνιση θάμνου και αργή ανάπτυξη, κλαδιά λεπτά ανοιχτά και πολύ λεπτά φύλλα η Πυραμιδοειδής (Pyramidallis) που μοιάζει σαν λεύκα χωρίς αγκάθια μάλλον εύθραυστη η Αειανθής (Semperflorens) εύρωστη σχεδόν χωρίς αγκάθια με άσπρα λουλούδια που διατηρούνται όλο το καλοκαίρι. Ιδιαίρερη ποικιλία είναι η σκιαδιοφόρος var. Umbraculifera με κόμη σφαιρική ελαφρά συμπιεσμένη πολυάριθμες διακλαδώσεις και χωρίς αγκάθια κατάλληλη για δεντροστοιχίες γνωστή στους από Κωνσταντινούπολη πρόσφυγες ως ομπρέλα ρεμοκλαδής ( var. Pendula ). Άλλες ποικιλίες κατά τον Δ. Καββάδα (Βοτανικό Φυτολογικό Λεξικό σελίς 3420), είναι η Ροβίνια η Ουλρικιάνειος ( Urliciana), η Ούλη (Crispa), η Πορφυρά (Purpurea) και τέλος η Μονόφυλλη (Monophylla) που παρά το όνομα της τα φύλλα της αποτελούνται από 3 ή 5 περιττόληκτα φτερωτά φυλλάρια. Το είδος Robinia Pseudoacacia Casque Rouge είναι ίσως η ποικιλία με την ωραιότερη ανθοφορία με άνθη ροζ-μωβ χρώματος. Επίσης υπάρχουν και μερικές ποικιλίες που καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους όπως η Χρυσή (Aurea) με κίτρινα φύλλα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η ροβίνια προσαρμόζεται εύκολα σε οποιοδήποτε έδαφος με εξαίρεση τα τυρφώδη και εκείνα που έχουν υπερβολικό ενεργό ασβέστιο. Αγαπάει τις προσήλιες θέσεις και είναι ανθεκτική στο κρύο. Η βλαστητική της περίοδος αρχίζει μάλλον αργά στα μέσα της ανοίξεως και αποβάλλει τα φύλλα της νωρίς το φθινόπωρο. Συνήθως δεν χρειάζεται ποτίσματα και αντέχει στην ξηρασία επειδή οι ρίζες της φτάνουν σε βάθος 7-8μ.
Πολλαπλασιασμός
Η εξαιρετικά μεγάλη ικανότητα της ροβινίας να βγάζει κλαδιά από τα κούτσουρα και παραφυάδες από τη ρίζα της επιτρέπει να πολλαπλασιάζεται μόνη της και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που είναι δύσκολο να ελέγξει κανείς την εξάπλωση της όταν βρεθεί σε κατάλληλο περιβάλλον. Μπορείτε να φυτέψετε παραφυάδες ή μοσχεύματα που τα έχετε τοποθετήσει για ριζοβόληση τον προηγούμενο χρόνο.
Για τον πολλαπλασιασμό των ποικιλιών όμως χρησιμοποιείται συνήθως εμβόλιο με μάτι ή με εγκεντρισμό πάνω στο είδος Ροβινία ή ψευδοκακία που προέρχεται από σπόρο (ο εμβολιασμός γίνεται την άνοιξη ή τον χειμώνα)
Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε καλοδουλεμένο χώμα στα πεταχτά ή σε μικρούς λάκκους. Η ανάπτυξη των δενδρυλλίων είναι εξαιρετικά γρήγορη.
Η robinia pseudoacacia (ακακία την ξέρουμε οι περισσότεροι, αλλά δεν είναι, οι ακακίες είναι αφρικανικά κυρίως φυτά, η ψευδοακακία είναι νομίζω αμερικάνικη) είναι από τις καταπληκτικότερα μελισσοκομικά φυτά. Ευδοκιμεί παντού, έχει δυνατό ριζικό σύστημα, δηλαδή βρίσκει υγρασία και προστατεύει από διαβρώσεις, και όταν μεγαλώσει αγνοεί τα κατσίκια (μέχρι να μεγαλώσει είναι μεζές για κατσίκια, κουνέλια κλπ). Φυσικά προτιμάει μέρη με υγρά χώματα, και εάν τα βρει, ανθίζει όλο το καλοκαίρι, αντί μόνο τον Μάϊο...
Το μέλι από ψευδοακακίες είναι ελαφρύ, έχει λεπτό άρωμα που δεν χάνεται, ευχάριστη γεύση, ανοιχτό χρώμα, και δεν "ζαχαρώνει". Πιο σημαντικό όμως είναι ότι ένα στρέμμα ψευδοακακίες μπορεί να αποδώσει 100-120 κιλά μέλι, ενώ ένα στρέμμα θυμάρια αποδίδει λιγότερο από 10 κιλά (και στην Τήνο πολύ λιγότερα και από αυτό). Η ψευδοακακία πολλαπλασιάζεται πανεύκολα, μεγαλώνει σχετικά γρήγορα (αν προστατευθεί αρχικά από αδέσποτα κατσίκια), είναι ανθεκτική, και αυτοπολλαπλασιάζεται όταν εδραιωθεί. Νομίζω ότι εύκολα μπορεί να κατακλύσει ένα λαγκάδι, υποκαθιστώντας τις ωραίες μεν, αλλά μελισσοκομικά άχρηστες πικροδάφνες. Από σπόρο (που πρέπει να μαζευτεί το φθινόπωρο), μέχρι δέντρο που κάνει λουλούδια, χρειάζονται 4-5 χρόνια και λίγη καλή τύχη. Για μεγάλο δέντρο που να έχει κάποια ευνοϊκή επίδραση σε μέλισσες, βάλτε άλλα τόσα, αλλά οι ακακίες βαστούν πολλά πολλά χρόνια (άσε που κάνουν καλή ξυλεία).
Η Ακακία αποτελεί γένος φυτών, που ανήκει στην οικογένεια των Μιμηλεοειδών, στην τάξη των Κυαμωδών.
Η ακακία είναι δέντρο ή θάμνος, αειθαλής ή φυλλοβόλος, με φύλλα σύνθετα διπτεροειδή, με αγκάθια μικρά και ισχυρά. Τα άνθη της είναι μικρά ωχροκίτρινα, κίτρινα, πορτοκαλοκίτρινα και σπανιότερα λευκά, τοποθετημένα σε ταξιανθίες που σχηματίζουν σφαιρικές κεφαλές, κυλινδρικούς ίουλους ή στάχεις.
Ακακία
Χαρακτηριστικό της ακακίας είναι ότι εκκρίνει το αραβικό κόμμι ακόμη και σε άριστες συνθήκες καλλιέργειας, το οποίο θεωρείται παθολογικό φαινόμενο. Ο φλοιόςκαι οι λοβοί πολλών ειδών περιέχουν μεγάλη ποσότητα δεψικών ουσιών και χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία και τη φαρμακευτική. Το αραβικό κόμμι, διαλυμένο σε κρύο νερό, δίνει τη γνωστή «γόμα» για τα χαρτιά.
Τα περισσότερα είδη ευδοκιμούν σε πυριτικά, αμμώδη και φτωχά εδάφη και αντέχουν την ξηρασία. Μερικά είδη, όπως η Ακακία η κρεμοκλαδής (Acacia pendula), ευδοκιμούν σε νοτερούς, υγρούς και ελώδεις τόπους, και άλλα, όπως η Ακακία η κατεχού (Acacia catechou), αντέχουν και σε θερμοκρασίες λίγων βαθμών κάτω από 0 °C. Θεωρούνται βραχύβια φυτά, παρουσιάζουν όμως γρήγορη αύξηση. Μέσα σε λίγους μήνες αποκτούν ύψος 3 μέτρων. Το συνολικό ύψος μπορεί να ξεπεράσει τα 7 μέτρα. Από τον 30ό χρόνο αρχίζουν να παρακμάζουν. Πολλαπλασιάζονται κυρίως με σπέρματα, που φυτεύονται απευθείας στο χώμα, αλλά και με μοσχεύματα από βλαστούς ημιώριμους. Φυτεύεται σε πάρκα, σχηματίζοντας δεντροστοιχίες για καλλωπιστικούς σκοπούς, αλλά και για να συγκρατεί αμμώδη εδάφη ή αμμόλοφους.
Η γνωστή από δενδροστοιχίες ακακία, με τα λευκά μυρωδάτα άνθη που κρέμονται σε τσαμπιά (βότρεις), δεν ανήκει στο γένος Acacia, αλλά είναι το φυτό Ροβίνια η ψευδοακακία
Οι ακακίες είναι δέντρα που δεν χρειάζονται λιπάσματα (που βλάπτουν το περιβάλλον και κοστίζουν) για να αναπτυχθούν και οι κορμοί τους χρησιμοποιούνται για να φτιάχνονται φράχτες στα αφρικάνικα αγροκτήματα.
Ο φλοιός και οι λοβοί του δέντρου περιέχουν ποσότητες δεψικών ουσιών και χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία και στη φαρμακευτική.
Υπάρχουν πολλά είδη ακακίας και τα περισσότερα ευδοκιμούν σε αμμώδη και άγονα εδάφη και αντέχουν στη ξηρασία. Αναπτύσσονται γρήγορα και το ύψος τους μπορεί να φτάσει τα 7 μέτρα.
Το Κέντρο Παγκόσμιας Αγροτικής Ανάπτυξης και Δασοκομίας συγκάλεσε 800 ειδικούς, στο Ναιρόμπι της Κένυας, από ολόκληρο τον κόσμο για να συζητήσουν τη σημασία των δέντρων στα αγροκτήματα και την επιβίωση της ανθρωπότητας.
Στη σύνοδο που έγινε παρουσιάστηκαν στοιχεία για το δέντρο Ακακία, το οποίο θεωρείται ότι μπορεί να βοηθήσει τους αφρικανούς αγρότες αλλά και ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Dennis Garrity, γενικός διευθυντής του Κέντρου Παγκόσμιας Αγροτικής Ανάπτυξης, δήλωσε ότι τοποθετώντας τα κατάλληλα δέντρα στα κατάλληλα σημεία στα αγροκτήματα της Υποσαχάριας Αφρικής και παγκοσμίως, δίνεται η δυνατότητα να επιβραδυνθεί η κλιματική αλλαγή, να προστατευτεί το περιβάλλον και να αναπτυχθούν περισσότερο οι καλλιέργειες.
Ένα ζωντανό παράδειγμα είναι η ακακία που δεν χρειάζεται λίπασμα για να αναπτυχθεί.
Τα εν λόγω δέντρα παίζουν σημαντικό ρόλο στις καλλιέργειες, ιδιαίτερα όταν αρχίζουν τα πρωτοβρόχια και πέφτουν τα φύλλα τους στο έδαφος, που είναι πλούσια σε άζωτο, την ίδια περίοδο αρχίζουν και φυτεύονται οι σπόροι. Οι καλλιέργειες για να αναπτυχθούν χρειάζονται άζωτο.
Επίσης η ακακία δεν επηρεάζεται από τα φαινόμενα ξηρασίας.
Το έδαφος ωφελείται από τα φύλλα της ακακίας, περισσότερο από τα τεχνητά λιπάσματα.
Ο Dennis Garrity ανέφερε ενδεικτικά ότι στο Μαλάουι, οι παραγωγές καλαμποκιού αυξήθηκαν κατά πολύ σε περιοχές που υπήρχαν τέτοια δέντρα.
Τελειώνοντας δήλωσε ότι θα πρέπει να φυτέψουμε περισσότερα ακακίες στα αγροκτήματα.
Η ακακία ίσως αποδειχθεί ότι θα συμβάλει θετικά στο μέλλον της Αφρικής και της ανθρώπινης επιβίωσης από την αλλαγή του κλίματος.
Στο Μαλάουι και στη Ζάμπια επιδιώκουν να διπλασιάσουν την παραγωγή καλαμποκιού, φυτεύοντας περισσότερες ακακίες.
Τίς βλέπουμε να ανθίζουν με το χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα τους μέσα στον χειμώνα αλλά και νωρίς την άνοιξη.
Η Ακακία (γνωστή και ώς Μιμόζα) είναι φυτό που έχει καταγωγή το νότιο ημισφαίριο (Αυστραλία ή Αφρική) και κρατάει τις συνήθειες της επιμένoντας να ανθίζει εδώ χειμώνα ή φθινόπωρο, που αντιστοιχεί σε καλοκάιρι ή άνοιξη στον τόπο καταγωγής της.
Είναι πολύ διακοσμητικό δέντρο και μάλιστα σε ορισμένες ποικιλίες υπάρχει ένα πολύ όμορφο άρωμα π.χ. η Γαζία (Acacia farmesiana).
Στις ποικιλίες που κατάγονται απο την Αφρική (Γαζία) υπάρχουν αγκάθια ενω σε αυτές της Αυστραλίας όχι.
Ανήκει στην κατηγορία των φυτών που δεσμεύουν το άζωτο της ατμόσφαιρας στις ρίζες τους (nitrogen fixing) και έτσι εμπλουτίζουν το έδαφος.
Πολλαπλασιάζεται εύκολα με σπόρους. Προκειμένου όμως να φυτρώσουν οι σπόροι της που έχουν πολύ σκληρό περίβλημα, πρέπει να κάνουμε το εξής τρύκ: τους βρέχουμε για λίγα δευτερόλεπτα με καυτό νερο και μετά τους αφήνουμε σε ένα ποτήρι με κανονικό νερό μερικές ώρες μέχρι να φουσκώσουν.
Η εξήγηση ανάγεται στον μηχανισμό αυτοπροστασίας που έχει αναπτύξει αυτό το είδος. Στην Αυστραλία απο χιλιάδες χρόνια ξεσπούσαν κάθε τόσο πυρκαγιές που κατέστρεφαν την βλάστηση. Η Ακακία λοιπόν προκειμένου να διαιωνιστεί, "ρυθμίστηκε" έτσι ώστε οι σπόροι της να βλαστάνουν όταν "νοιώσουν" πολύ μεγάλη ζέστη (πυρκαγιά) ώστε αναδασώνεται η πληγείσα περιοχή της.
Υπάρχει και μια πολύ ιδαίτερη Μιμόζα: Η Μιμόζα η αισχυντηλή (Mimosa pudica) που κλείνει τα φύλλα της μόλις την ακουμπήσεις! Κοινώς την ξέρουμε σαν "Μη μου άπτου".